σέξι Πι στο κλαρί
April 3rd, 2008
Το σέξι περιοδικάκι στο οποίο διατηρουσα στήλη (το διήγημα του τέλους) δεν θα ξανακυκλοφορήσει στα μπαρ και βιβλιοπωλεία στα οποία σύχναζε. Αποφασίστηκε απο χμ, ψηλα, να μην. Το τεύχος φτιάχτηκε, γράφτηκε, βάφτηκε, μεταφράστηκε και μετά… κόπηκε. Τα PDF δε θα γίνουν μελάνι. Ο γραφίστας σκίζει τα πρασσινα μπλουζάκια του απο πίκρα, και η αρχισυντάκτρια αγοράζει ειδικά μαχαίρια για χαρακίρι. Το τελευταίο (?) τευχος με το Γουορχολικό Εξώφυλλο Κέτσαπ, κυκλοφορεί ομως στο ίντερνετ, μπορειτε δηλαδή να το δείτε εδώ. Οπως ομως είπα Μάριε, ΑΛΛΟ το χαρτί και αλλο η οθόνη.
It ’s a pity, που θα ‘λεγε σε σπαστα Τζαμαικανά και η Τάνια Στέφενς.
μέρα κάπως μπλε
February 14th, 2008
Διερωτώμαι αν αξίζει μια βόλτα στα μπαρ αυτή τη μέρα. Αν μου αξίζει μια βόλτα μετά από αυτή τη Μερέντα. Δώδεκα τα μεσάνυχτα περίπου της Πέμπτης και εξαιτίας ενός συννημένου μόλις έχω αντιληφθεί ότι είναι του Αγίου Βαλεντίνου. Γουάου. Που να το ξέρω, πέρασα όλη τη μέρα στο πισί και δυο ώρες στο τηλέφωνο. Τώρα καταλαβαίνω γιατί μου είπε χρόνια πολλά η Θοδώρα. Κι όταν της απάντησα Χρόνια Πολλά, της φάνηκα μουτρωμένη. Η Ε. έχει ώρα που κοιμήθηκε, η B. αλυσοδεμένη στο πισί της, ο Άλκης ψήνει μια σερβιτόρα νομίζω ολκής, τα παιδιά στο Καρνάγιο, ο Αντώνης σε ένα μίζερο μπαρ στη Θεσνίκη απ’ όπου τηλεφωνεί όλο κέφια – γουστάρω Καβάλα-Θεσνίκη. Η πιο καλά, η μόνη καλά είναι μάλλον η Μαρίνα, κλειδαμπαρωμένη σ’ ένα δωμάτιο ξανά, με τον τάδε. Η Θοδώρα βρίσκεται στο πιο κινηματογραφικό μέρος: άθλιο χοτέλ των Εξαρχείων μαζί με μπουκάλα ουίσκι, έχοντας κλείσει μόλις σημαντικές μηντιακές μπίζνες. (Μπράβο!). Είναι υπερηχητικό αυτό το ξανθό κορίτσι. Που μου θυμίζει ότι έτσι ήμουν κι εγώ πριν κάτι μήνες -όχι ξανθιά όμως- και άρα, θε να το πάθω ξανά (που λένε εδώ πέρα)
Δε θα βγω.
μπουγάδα ροζ
February 8th, 2008
Πέρα από την συστηματική, καθημερινή καταστροφή του βιορυθμού της επιδερμίδας μου και των πνευμονων μου στα καπνοφουμαρισμένα μπαρ, (μέσω του παθητικού καπνίσματος) επιδεικνύω αυτοκαταστροφική συμπεριφορά γενικώς. Χθες ας πούμε αγόρασα μαλακτικό ρούχων, που είναι καρκινογόνο, αλλεργιογόνο και λοιπά. Επιπλέον, Θάνο, είναι -μια κιτς απόχρωση του- ροζ και μυρίζει χημικά λουλούδια. Και είναι άχρηστο όσο ένα πιστολάκι για τα μαλλιά στην έρημο. Ποια τεχνητή καταναλωτική ανάγκη με οδήγησε σ’ αυτήν την αντιοικολογική αγορά; Μην είναι μια καταναλωτική κρίση; Μην είναι ένα συναισθηματικό κενό; Μην είναι μια ανάγκη για κάτι ψεύτικο, κάτι ροζ; Γιατί να θέλω οι πετσέτες μου να αναδίδουν άρωμα; Η μπουγάδα μου τώρα μυρίζει έντονο χημικό κάτι. Ελπίζω η οικολογική ομάδα στην οποία ανήκω να μην το πάρει χαμπάρι.
ξεχνάω ομως
February 3rd, 2008
Ξεχνάω να παρω τους μακρινούς φίλους τηλέφωνο. Τους αγαπάω, τους σκέφτομαι αλλα δεν σηκώνω το ακουστικό. Μετα εχω την εντύπωση ότι θα τους ξαναβρώ και θα ειναι ολα ίδια. Δεν ειναι. Μερικοί παρεξηγιούνται. Αλλοι με έχουν ξεχάσει. Χθες έπαιζαν οι Νάνοι στην Αθηνα. Ειναι υπεροχοι. Ο ενας ειναι φίλος. Αν το ειχα θυμηθεί, θα ειχα παει. Οταν ξαναβρεθούμε θα ειναι ολα τελεια ομως.
Οι ανθρωποι που αγαπώ ειναι σε πολλές πολεις. Σε πολλές φάσεις. Εγώ σε άλλες πολεις, με αλλους ανθρωπους, ειμαι αλλη. Αλλη στη Θεσνικη. Αλλη στην Αθηνα. Βαζω τη ζωή μου σε κουτάκια. Τους ανθρωπους επίσης. Δεν ξερω πώς να τους ταιριάξω αλλιώς. Με βολευει κιολας. Να παιζω ρολους. Το ρολο του συγγραφέα εχω καιρο να τον παιξω. Φετος: δεν παω σε παρτυ/ σε παρουσιάσεις/ δεν κατεβαινω Αθηνα καθόλου. Φετος θελω να καθομαι μονο στο ομορφο σπιτι μου να κοιταζω την ομορφη παντα ιδια θέα, να χορευω να τραγουδάω και να γραφω. Το ίδιο μπαλκόνι. Τα ιδια 3 μπαράκια. Με τους ανθρώπους που εβλεπα παντα ως προσωρινούς, που μπορει να τους χάσω απο φιλους συντομα, επειδή θα φύγω. Δεν ειναι προσωρινοί. Ειναι η καθημερινοτητά μου γαμώτο. Δε θελω κουτάκια. Θελω τους ανθρώπους που εχω εδώ να τους παρω μαζί μου ή τελος πάντων να μπορούσα. Θελω: να κουβαλάω τον εαυτο μου ολοκληρο όπου πάω.
κορίτσι τζετ-λαγκ
January 21st, 2008
Τελευταία ξυπνάω είτε στις πέντε τα χαράματα είτε στις πέντε το απόγευμα. Το πέντε το απόγευμα δεν μου ήταν ασυνήθιστο. (Το ότι έχω διαταραγμένο βιολογικό ρολόι γράφτηκε και σε εφημερίδα.) Το πέντε το πρωί είναι τέλειο. Σημαίνει ότι έχω παραδοθεί σε μια γλυκιά απογευματινή νύστα που κράτησε δέκα ώρες και ξύπνησα σα βουδιστής μοναχός, πριν το χάραμα και με όλη τη μέρα μπροστά μου. Χθες ξύπνησα πέντε το πρωί, περίμενα μέχρι τις εννιά και πήρα την Ευδοκία -σοκαριστηκε που ημουν ξύπνια. Ο ήλιος άστραφτε και ξαμοληθήκαμε για βόλτα και ζεστά λουτρά. Αλλά η θάλασσα χαμογελούσε, και πετάξαμε μπουφάν, πουλόβερ και βουτήξαμε στο παγωμένο νερό, στην έρημη παραλία, ουρλιάζοντας στην αρχή από παγωνιά και μετά από άγρια χαρά, η θάλασσα τσιμπούσε και έκαιγε και ήταν τόσο τέλεια. Έξω στην αμμουδιά φυσούσε, παρόλα αυτά η Ε. έφερε την ψηφιακή και βγάλαμε φωτογραφίες, σε μια προσπάθεια να αποθανατίσουμε την άγρια αλμυρή χαρά της στιγμής, αλλά καμιά φωτογραφία δε μπορεί να συλλάβει την ευτυχία. Τα καυτά λουτρά που βουτήξαμε μετά ήταν υπέροχα αλλά όχι όσο η θαλάσσα, τίποτε δεν είναι σαν τη θάλασσα, μας πήρε ώρες να ξεπαγώσουμε, και τραγουδούσαμε με αυτοσχέδιους στίχους για υγρά νερά και βρεμένα βρακιά.
Καθώς επιστρέφαμε στην πόλη, το προηγούμενο μας σχέδιο, να βρεθούμε του χρόνου επισήμως και οριστικά στην Αθήνα, φαινόταν βαρετό. Καθώς ακούγαμε την Άγρια Χλόη του Κωνσταντίνου Βήτα προσπαθούσα ν’ αποφασίσω αν με φτιάχνει η αν μου θυμίζει τον απλοϊκό, εκνευριστικό, θεούσικο ραδιοφωνικό σταθμό της Καβάλας, ‘Λυδία η Φιλιππισία’. Επίσης σκεφτόμουνα ότι αν κάποτε αναβλύσει από μέσα μου ένα βαθύ θρησκευτικό αίσθημα θα φταίει εν μέρει ο Κωνσταντίνος Βήτα.
Μετά τη θάλασσα είδα νουάρ στο μινι φεστιβαλάκι νουάρ του πανεπιστημίου Αιγαίου- ο Ρόμπερτ Μίτσαμ ήταν πάλι ένας ζεν μελαγχολικός θεός – αποστήθισα τις ατάκες, χόρεψα ταγκό στη Μιλόνγκα, και ήπια ένα τελευταίο ποτό. Γαμώτο, το να ξυπνάς τα χαράματα είναι εξίσου υπέροχο με το να κοιμάσαι τα χαράματα.




